“Τα Ελγίνεια Μάρμαρα θα παραμείνουν εκτεθειμένα παρά την ανακαίνιση του 1 δισεκατομμυρίου λιρών Νέα διαψεύδουν τις ελπίδες των Ελλήνων αξιωματούχων ότι η ανακαίνιση θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιστροφή των έργων τέχνης του Παρθενώνα στην Αθήνα.”, γράφει η TELEGRAPH.
To νέο δημοσίευμα (20/12/25)για τα Παρθενώνεια μάρμαρα, για τα γλυπτά του Φειδία που με βίαιο και παράνομο τρόπο μετέφερε ο Έλγιν στο Ηνωμένο Βασίλειο μειώνει τις προσδοκίες μιας συμφωνίας με την Ελλάδα για τον επαναπατρισμό των γλυπτών και την επανένωση του μνημείου.
Η πληγή, αν αυτό επιβεβαιωθεί, θα παραμένει ανεπούλωτη.
Η πρόεδρος της Αυστριακής Επιτροπής Επαναπατρισμού των Γλυπτών, Αλεξάνδρα Πιστοφίδου, έγραψε σχετικά:
#ΑναζητώνταςΈνα #ΈντιμοΒρετανικόΜουσείο
Μια ανακαίνιση ύψους 1 δισ. λιρών.
Τουλάχιστον δέκα χρόνια σκόνης.
Δεκαετίες από οροφές που στάζουν.
Κι όμως, το Βρετανικό Μουσείο επιμένει ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα παραμείνουν στο Λονδίνο.
Όχι στο όνομα της δικαιοσύνης,
αλλά επειδή «ο κόσμος έρχεται για να τα δει»,
επειδή «τα περιμένει».
Αυτή η φράση δεν είναι υψηλή ρητορική.
Είναι το ίδιο το επιχείρημα.
Δεν έχει σημασία που η Ελλάδα —και μεγάλο μέρος του κόσμου— τα χαρακτηρίζει λεηλατημένα, ακρωτηριασμένα, πολιτισμικά τραυματισμένα.
Δεν έχει σημασία που ολοένα και πιο ισχυρές φωνές μέσα στη Βρετανία απαιτούν πλέον την επιστροφή τους στην Αθήνα.
Αντί γι’ αυτό, το μουσείο στήνει λαμπερές δεξιώσεις και γυαλιστερές φιλανθρωπικές εκδηλώσεις,
γιορτάζοντας την κατοχή και βαφτίζοντάς την επιμέλεια,
γυαλίζοντας την κλοπή ώσπου να λάμψει σαν πολιτιστική κληρονομιά.
Κι εγώ βρίσκομαι εδώ, ανάμεσά τους,
χέρι με χέρι,
θέτοντας μόνο ένα ερώτημα:
Αν η προσδοκία αποτελεί απόδειξη νόμιμης ιδιοκτησίας,
αν το θέαμα υπερισχύει της αποκατάστασης,
αν η τέχνη ανταλλάσσεται με σαμπάνια,
και αν ο τόπος γέννησης ενός γλυπτού αξίζει λιγότερο από έναν γυαλισμένο εκθεσιακό χώρο —
τότε ποια γωνιά της ηθικής
δεν έχουμε πουλήσει ακόμη;
Στην τελευταία της συνέντευξη η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, είχε δηλώσει :
«Είναι θετικό το ότι πλέον η βρετανική κυβέρνηση δεν έχει τον αρνητισμό προηγούμενων και το Βρετανικό Μουσείο συνομολογεί ότι υπάρχει ένα καλό κλίμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο το πρωί μπορεί κανείς να πει ότι τα Γλυπτά θα επιστρέψουν στην Αθήνα, θα επανενωθούν. Ακόμα χρειάζεται χρόνος και δουλειά».